Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2007

---synexizetai----

Πω πω, πώς περνάει ο καιρός! Τελικά είναι δύσκολο να έχεις 2 ιστολόγια. Το άλλο το έχω συνηθίσει, ενώ αυτό εδώ μου φαίνεται παράταιρο. Αυτό το άνοιξα γιατί ήθελα να γράψω μια ιστορία με συνέχειες. Μια ιστορία διαφορετικού ύφους από αυτές που ανεβάζω στο άλλο. Το αποφάσισα! Θα ενσωματώσω αυτή την ιστορία στο άλλο. Σε αυτό εδώ δηλαδή. Ίσως πάλι και όχι, θα δω

Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2007

Λοκάλ Ακομματίκ

Διακόπτω τη γραμμική αφήγηση της ιστορίας ερχόμενος στο παρόν, για να γράψω κάτι επίκαιρο λόγω εκλογών.

Από διηγήσεις μερικών μεγαλυτέρων, έμαθα τι συνέβη στις εκλογές του 1981 στο χωριό. Αυτό που συνέβη ήταν κάτι σαν τοπικός διχασμός. Στην κεντρική πλατεία είχαν ανοίξει εκλογικά κέντρα των δύο κομμάτων και γινόταν χαμός. Τα κομματικοποιημένα τραγούδια στη διαπασών, οι αντεγκλήσεις έδιναν και έπαιρναν, το χωριό είχε γεμίσει με προεκλογικές αφίσες, είχε μιλήσει και ο Ράλλης, λέει, ενώ οι κομματικές ομάδες σεργιάνιζαν τη νύχτα, γεμίζοντας τους τοίχους και με άλλες αφίσες και κατεβάζοντας αυτές των αντιπάλων κομμάτων, ενώ οι νεοδημοκράτες πετούσαν εκατοντάδες φείγ βολάν στις αυλές των σπιτιών των πασοκτζήδων και οι τελευταίοι έκαναν το ίδιο στα σπίτια των νεοδημοκρατών. Στο κεντρικό καφενείο έπεσε και ξύλο, όταν κάποιοι που πίστευαν στην έννοια της «αλλαγής», αποκάλεσαν κάποιους θαμώνες φασίστες. Όταν κέρδισε το Πασοκ, έγινε της μουρλής. Οι υποστηριχτές του Ανδρές ξεχύθηκαν στους δρόμους κρατώντας νταούλια, ζουρνάδες και τύμπανα, ενώ οι αντίστοιχοι του Ράλλη κρύφτηκαν σπίτι τους και βγήκαν από το σπίτι τους 3 μέρες μετά. Βέβαια, αυτοί που πίστεψαν στην «αλλαγή» απογοητεύτηκαν σχετικά γρήγορα, αν και εδώ που τα λέμε, κατάφεραν να αλλάξουν την οικονομική κατάσταση των παιδιών τους, αφού μέσω ρουσφετιών και κομματικών γλυψιμάτων, μπόρεσαν τελικά να διορίσουν τα παιδιά τους σε διάφορες δημόσιες υπήρεσίες: ο Σπύρος, ας πούμε, διόρισε την κόρη του στο Υπουργείο Παιδείας, ο Στάθης το γιο του στην Ολυμπιακή Αεροπορία και ο Γιώργος τον μονάκριβό του στα ελτά.

Τα χρόνια πέρασαν, η απογοήτευση διαπότισε το χωριό, με αποτέλεσμα και εδώ οι φετινές εκλογές να είναι βουβές. Τα μόνα γεγονότα που έσπασαν αυτή τη βουβαμάρα ήταν 2-3 ομιλίες υποψήφιων βουλευτών στα καφενεία. Πήγα και παρακολούθησα την ομιλία μίας υποψήφιας με το κόμμα της ΝΔ. Περνούσα τυχαία απ’έξω, είδα φως και μπήκα. Ήταν μία γνωστή βουλευτίνα. Γνωστή όχι επειδή έχει προσφέρει έργο, αλλά επειδή εμφανίζεται συχνα-πυκνα στα παράθυρα των καναλιών με τα καλύτερα ρούχα και με την πιο προσεγμένη κόμμωση. Μιλούσε και μιλούσε και δεν ήξερε τι ακριβώς έλεγε. Οι συγχωριανοί την χειροκροτούσαν κάθε φορά που ολοκλήρωνε τις προτάσεις της, με αποτέλσμα να δημιουργούνται χάσματα στην ομιλία της και όλα όσα έλεγε να μη βγάζουν κανένα νόημα. Αλλά σε τέτοιες περιπτώσεις σημασία δεν έχει το νόημα των λόγων, αλλά ο τρόπος με τον οποίο εκτοξεύονται τα λεχθέντα. Την κοιτούσα και γελούσα. Ήταν καλοντυμμένη και για άλλη μια φορά τα παπούτσια της ταίριαζαν με το κομψό ταγέρ της. Έδινε το σώου της και η ανταμοιβή που περίμενε ήταν ένα ζεστό χειροκρότημα. Στο τέλος απευθύνθηκε σε όσους ήθελαν να τη ρωτήσουν κάτι. Σήκωσα το χέρι, μού έδωσε το λόγο και τη ρώτησα: «Στηρίζετε την τοπική αγορά της πόλης; Από πού αγοράζετε αυτά τα κομψά ρούχα;». Οι παρευρισκόμενοι πάγωσαν, αυτή χαμογέλασε και δεν απάντησε. Ύστερα από λίγο έφυγε. Πέρασε δίπλα μου. Το άρωμά της το έχω ακόμη στα ρουθούνια μου. Πρέπει να ήταν βερσάτσε.

Ήταν το χάι λάιτ αυτής της σύντομης προεκλογικής περιόδου. Τίποτε άλλο δε συνέβη. Το μόνο που θυμίζει εκλογές είναι οι τηλεοπτικές εκπομπές που προτρέπουν τον κόσμο να πάει να ψηφίσει. Το μόνο που θυμίζει ότι το χωριό έζησε στιγμές ακραίας κομματικής πόλωσης πριν από 26 χρόνια είναι ένα παρατσούκλι που φέρει ακόμη η Ελένη, η οποία έβαζε στη διαπασών τους κομματικούς ύμνους του Πασοκ. Αν και η ίδια ψηφίζει σήμερα κουκουέ, όλοι την ξέρουν σαν το «λενιώ το πασοκάκι».

Τέλος πάντων, πάω να ψηφίσω. Δεν έχω αποφασίσει ακόμη πού θα τη ρίξω. Ίσως σύριζα, ίσως κουκουέ μου λου, ίσως φιλελεύθερη συμμαχία, δεν ξέρω ακόμη, θα δω.

Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2007

Η άφιξη

Φτάσαμε στο χωριό. Αν και ήταν καλοκαίρι, δεν κυκλοφορούσε ψυχή. Ήξερα ότι το χωριό μαζεύει πολλούς τουρίστες, όχι μόνο το καλοκαίρι, αλλά εκείνη τη μέρα τα μόνα έμβια όντα που είδα ήταν μία παρδαλή γάτα και έναν άσπρο μούργο που κοιμόταν του καλού καιρού. Ο ήχος της μηχανής του αυτοκινήτου τον ξύπνησε, αυτός σήκωσε λίγο το κεφάλι του, σαν να είχε ενοχληθεί κάπως και αμέσως ξαναξάπλωσε σαν να ήθελε να μας πει «Γιατί με ξυπνήσατε ρε καθάρματα; Αφήστε με να απολαύσω την καλοκαιρινή ραστώνη». Θυμήθηκα συνειρμικά ένα ποίημα του T.S Eliot ή του Πόε, δεν μπορώ να είμαι απόλυτα σίγουρος.

Και αμέσως μετά τη γιαγιά μου, τη μάνα του πατέρα μου. Είχα ξεχάσει ότι τα τελευταία χρόνια ζούσε στο εξοχικό μας. Από τότε που χήρεψε, είχε φύγει και αυτή από την πόλη και άλλαζε σπίτια. Αρχικά έμενε στα Τρίκαλα, στον άλλο της γιο, αργότερα στο Κιλκίς, στην κόρη της και κατέληξε οριστικά στο χωριό. Έλεγε ότι η ζωή στην πόλη την είχε κουράσει και ότι ήθελε να αποσυρθεί τα τελευταία χρόνια της ζωής της σε ένα μέρος που να είναι μέσα στη φύση. Και ήταν λογικό. Το χωριό ήταν μέσα στη φύση, με τα δέντρα του και με την ησυχία του. Εγώ όμως γιατί να αποσυρθώ στην πιο παραγωγική περίοδο της ζωής μου; Τέλος πάντων, το θέμα είναι ότι δε θα χρειαζόταν να μαγειρεύουμε, ούτε εγώ ούτε ο Σάββας. Ο πατέρας μου δεν ήξερε ούτε αβγό να βράσει και εγώ είχα χάσει οριστικά την ευκαιρία να μάθω την υψηλή τέχνη της μαγειρικής όταν ήμουν φοιτητής. Γιατί είτε έτρωγα στα Γκούντις και στα σουβλατζίδικα είτε μαγείρευε η Σούλα και η Κική, οι δύο, ας πούμε, πιο σοβαρές σχέσεις των φοιτητικών μου χρόνων.

Φτάσαμε στο σπίτι. Ο πατέρας κόρναρε, θέλοντας να δώσει το στίγμα της άφιξής μας. Η εξώπορτα άνοιξε και εμφανίστηκε η γιαγιά. Είχα καιρό να τη δω. Ίσως αν την έβλεπα στο δρόμο, τυχαία, ίσως και να μην τη γνώριζα. Εμφανώς αδυνατισμένη και με άσπρα μαλλιά. Την τελευταία φορά που την είδα είχε μαύρα μαλλιά και 15 κιλά παραπάνω. Αγκαλιαστήκαμε, μας καλωσόρισε, μιλήσαμε για τη διαδρομή, ήπιαμε λίγο νερό και άρχισε να μας λέει τα νέα της. Η αλήθεια είναι ότι είμαι και λίγο γαϊδούρι. Ούτε ένα τηλέφωνο δεν την είχα πάρει και, όπως ήταν αναμενόμενο, άρχισε τα παράπονα. Τα δέχτηκα, γιατί ήξερα ότι είχε δίκιο. Είχα ξεχάσει ότι καταγόταν από το χωριό και ότι μετά το κάψιμο του χωριού από τους Γερμανούς το ’43 είχαν φύγει οικογενειακώς και είχαν μετακομίσει στην Αθήνα. Η επιστροφή της στο χωριό ήταν, έλεγε, Θεού θέλημα. Σαν να διέγραφε η ζωή της τον τέλειο κύκλο. Όλα αυτά που έλεγε μου φάνηκαν λίγο μοιρολατρικά, είναι η αλήθεια, και τη μάλωνα διαρκώς, υπενθυμίζοντάς της ότι είναι ακόμη νέα. Δεν τα πίστευα απόλυτα αυτά που εκστόμιζα και ούτε αυτή τα πίστεψε, κάτι που φάνηκε από τον τρόπο που κουνούσε το κεφάλι της. Συγκαταβατικά ή ειρωνικά, δεν ξέρω.

Πάντως, ανάμεσα στα άλλα, η γιαγιά μου έδωσε πολλές πληροφορίες για το χωριό και τους κατοίκους του. Οι περισσότεροι ήταν αγρότες και έβγαζαν τα προς το ζην από την καλλιέργεια ελαιοδέντρων και αχλαδιών. Κάποιοι ασχολούνταν με τον τουρισμό. Το χωριό είναι κοσμοπολίτικο και με αρκετά αξιοθέατα, τηρουμένων των αναλογιών, έτσι; Δεν έχουμε Παρθενώνα, ας πούμε, αλλά ένα τοπικό μουσείο και μέρη για να χαλαρώσει κάποιος, έχουμε. Μου εξομολογήθηκε ότι δε βλέπει τηλεόραση (μόνο το «Έρωτας» στον αντ1), αλλά προτιμάει να κάνει παρέα με διάφορες γυναίκες του χωριού και συνηθίζεται να επισκέπτεται η μία την άλλη, συνήθως τα πρωϊνά, την ώρα δηλαδή που οι άντρες είναι στη δουλειά. Κάποιες είναι κουτσομπόλες, κάποιες όχι και τόσο. Τις αγαπάει όμως όλες. Οι περισσότερες μου είπε ότι κουτσομπολεύουν από καθαρή άμυνα. Δεν κατάλαβα αμέσως τι εννοούσε.

Αλλά ξαφνιάστηκα, όταν την επόμενη μέρα πήγα στο περίπτερο για να πάρω τσιγάρα και η περιπτερού με καλωσόρισε, αποκαλώντας με Νίκο. Τα νέα είχαν ταξιδέψει. Αργότερα θα μάθαινα ότι «ουδέν κρυπτό από τη Φώφη», την περιπτερού, η οποία ήταν κάτι σαν το Reuters και το CNN μαζί.

Πέμπτη 2 Αυγούστου 2007

"Μια μέρα θα καταλάβεις"

Η διαδρομή διήρκεσε γύρω στις 4 ώρες. Αυτό το λέω χωρίς να είμαι απόλυτα σίγουρος, γιατί όσο οδηγούσε ο πατέρας μου, εγώ ήμουν νοερά αλλού. Αμίλητος ήμουν και έβλεπα το αυτοκίνητο μας να προσπερνά με μανία τα φορτηγά και τα λεωφορεία, καταπίνοντας με ευκολία τα χιλιόμετρα της εθνικής «των φορτηγών με τα ψυγεία». Ο πατέρας μου οδηγούσε σαν να βιάζεται, σαν να ήθελε να αποδράσει από τη ζωή στην πόλη. Σαν να ήθελε όντως να τη διαγράψει με ένα οριστικό χι. Δεν ήταν πάντως λίγα αυτά που είχε περάσει τα τελευταία χρόνια. Να μένεις χήρος στα 50 με έναν άνεργο μαντράχαλο 25 ετών; Και αμέσως μετά να βγαίνεις στη σύνταξη; Αν και φαντάζομαι ότι για τους περισσότερους άντρες το να βγαίνεις στη σύνταξη στα 50 είναι κάτι σαν όνειρο ζωής, για τον πατέρα μου ήταν κάτι σαν εφιάλτης. Ένιωσε ότι το σύστημα, αφού τον απομύζησε, τον απέρριψε και τον πέταξε στα απόβλητα με μια καλή σύνταξη. Στην αρχή όλα ήταν καλά. Μετά άρχισε να βαριέται. Τόσο ελεύθερο χρόνο τι να τον κάνει; Πού να τον βάλει; Είχε έναν γνωστό που του πρότεινε να γίνει ασφαλιστής. Πήγε στην εταιρεία για κανά 8μηνο, έβγαλε κάποια λεφτά, αλλά μια μέρα μου είπε ότι το βαρέθηκε, ότι δεν τον εκφράζει η ιδέα του να πουλάει ανάγκες σε «τιμή δώρου», κοροϊδία λέει ήταν. Αυτή η ανία τον οδήγησε στην απόφαση να εγκαταλείψει την Αθήνα και να την κάνει για το χωριό. Δεν του έκανε καρδιά να μ’ αφήσει πίσω. Αν και θα ακουστεί σαν βρισιά, για τον πατέρα μου ήμουν κάτι σαν περιττό βάρος. Ενώ θα μπορούσε να ξεκινήσει από την αρχή τη ζωή του, δεν το έκανε. Θέλω να πω, θα μπορούσε να ξαναπαντρευτεί, να βγαίνει έξω, να διασκεδάζει τέλος πάντων με τίποτα στριπτιτζούδες, ρωσίδες κλπ. Την τελευταία φορά που τόλμησα να του πω όλα αυτά παραλίγο να με πλακώσει στο ξύλο. Τόσο τσατισμένο δεν τον είχα δει. Πώς τις γλίτωσα τις σφαλιάρες, ένας Θεός ξέρει.. Από τότε δεν επανέφερα αυτό το θέμα. Αλλά επανερχόταν κατά καιρούς από μόνο του.

Τον πατέρα μου τον σέβομαι και τον αγαπάω. Αλλά, αν με ρωτούσες πριν από 3 χρόνια τι αισθάνομαι γι αυτόν, θα έλεγα παγερή αδιαφορία. Ήταν ο κλασικός Έλληνας πατέρας. Μονίμως απών. Έβαζε τα λεφτά. Τίποτα άλλο. Δηλαδή ήταν κάτι σαν χορηγός μου. Η μάνα μου με μεγάλωσε. Αυτή ήταν δίπλα μου. Ο πατέρας, όταν καμιά φορά τον χρειαζόμουν, ήταν είτε στη δουλειά είτε έτρεχε είτε βρισκόταν αλλού. Μια μέρα τα εκμυστηρεύτηκα όλα αυτά στη μάνα μου. Μου απάντησε ότι ο πατέρας μου είναι καλός άνθρωπος, αλλά πολύ ευαίσθητος. «Μια μέρα θα καταλάβεις», συμπλήρωσε. Πάντως, εγώ δεν τον καταλάβαινα. Όταν σπούδαζα στο ΤΕΙ ποτέ δεν έπαιρνε τηλέφωνο. Στις γιορτές λέγαμε μόνο τα τυπικά. «Καλά;» «Καλά!». Οπότε, μόνο αδιαφορία ένιωθα. Αυτό που μας έφερε κοντά ήταν η καταραμένη αρρώστια της μάνας μου. Δε θέλω να γίνω δυσάρεστος, αλλά, όταν ο γιατρός μας αποκάλυψε ότι έχει μόνο 40 μέρες ζωή, τότε η αδιαφορία αντικαταστάθηκε από ένα πρωτόγνωρο αίσθημα, από μια απύθμενη συμπάθεια, από μια ξαφνική επίθεση αγάπης, που κατέκλυσε το δωμάτιο, μας παρέσυρε και μας έκανε να αγκαλιαστούμε για καμιά ώρα, χωρίς να μιλάμε. Ο γιατρός μάς χώρισε. Είχε βαρεθεί να βλέπει δυο άντρες αγκαλιασμένους και αμίλητους με πρησμένα μάτια. Επακολούθησε μια μαρτυρική περίοδος με χημειοθεραπείες και άλλα δυσάρεστα, για τα οποία δε θέλω να πω τίποτα. Την ημέρα της κηδείας της μάνας μου την έχω απωθήσει από τη μνήμη μου. Κενό, τρύπα, μηδέν....

Στη διαδρομή για το χωριό ακούγαμε κάτι ελαφρολαϊκά χαζοτράγουδα. Και ο πατέρας μου αλλού πρέπει να ήταν. Δεν μιλούσε κανείς από τους δυο μας. Μόνο κάτι λίγα λέγαμε για το όμορφο τοπίο, για τη ζέστη, για κάποιους που οδηγάνε απερίσκεπτα και κάτι άλλα τυπικά. Καθώς το αυτοκίνητο ανηφόριζε προς το βουνό, φάνηκε πίσω από μια στροφή το χωριό. Ένας νέος τόπος. Το πρόσωπου του πατέρα μου, του Σάββα, έγινε φωτεινό. Το δικό μου παρέμενε ανέκφραστο.

Σάββατο 21 Ιουλίου 2007

My 1st post

Με λένε Νίκο και είμαι καλά. Μερικές φορές δεν είμαι και τόσο καλά. Ο κύριος λόγος για την εναλλαγή των διαθέσεων είναι το ότι εδώ και έναν περίπου χρόνο μετακομίσαμε σε ένα νέο τόπο. Άφησα την όποια ζωή είχα στην Αθήνα και ήρθα εδώ. Έκανα μια νέα αρχή. Αν και αυτή η απόφαση για τηνέα αρχή ελήφθη μάλλον εν θερμώ. Οι περισσότεροι μετακομίζουν προς τις πόλεις. Εμείς ήρθαμε εδώ. Σε ένα χωριό της κεντρικής Ελλάδας.

Ας πάρω, όμως, τα πράγματα από την αρχή. Σπούδασα στη Θεσσαλονίκη σε ένα άχρηστο ΤΕΙ, που φυσικά δε θα μπορούσε να με εξασφαλίσει επαγγελματικά. Μετά τις σπουδές μου πήγα φαντάρος. Μετά τον στρατό επέστρεψα σπίτι με τον συνταξιούχο πατέρα μου. Μια μέρα μου ανακοίνωσε την απόφασή του: «Βαρέθηκα την Αθήνα. Πάμε να μείνουμε στο σπίτι στο χωριό;». «Μα πώς;», απάντησα. «Να αφήσω τη ζωή στην Αθήνα;». «Ποια ζωή βρε Νίκο; Ούτε δουλειά έχεις, ούτε σκυλιά, ούτε γατιά, ούτε γκόμενα. Πάμε να κάνουμε μια νέα αρχή», είπε γελώντας. Η αλήθεια ήταν αυτή. Ο Τζακ είχε ψοφήσει πέρυσι, η Ριρίκα είχε εξαφανιστεί, η Ζωή, παλιά αγαπημένη μου, είχε ήδη παντρευτεί, δουλειά δεν είχα, οι περισσότεροι παλιοί μου φίλοι είχαν τη δική τους ζωή και σπάνια τους έβλεπα, το καυσαέριο είχε αρχίσει να μου προκαλεί αναπνευστικά προβλήματα και είχα βαρεθεί τη ζωή στην πόλη. Λίγο οξυγόνο θα ήταν αναγκαίο. Και ναι. Γιατί να μην κάνω μια νέα αρχή; Στην ανάγκη, ας γινόμουν και αγρότης.

Αν ζούσε η μάνα μου, ίσως και να ήταν περήφανη γι αυτήν την απόφαση του άντρα της. Γιατί μια ζωή αναβλητικό τον ανέβαζε, αναβλητικό τον κατέβαζε. Αλλά παρόλα αυτά, ο πατέρας μου ήταν άξιος άνθρωπος. Τσούκου-τσούκου το έφτιαξε το εξοχικό στο χωριό. Μπορεί να του πήρε κάποια χρόνια, αλλά το αποτέλεσμα ήταν καλό. Μια χαρά εξοχικό ήταν: με τον κήπο του, με τις γλάστρες του, με τα δροσερά δωμάτια και με τα λασπόνερα στην αυλή. Το θυμάμαι καραγιαπί. Αλλά μέσα σε λίγα χρόνια είχε γίνει ένα κανονικό εξοχικό. Βρίσκεται στο βόρειο τμήμα του χωριού, με θέα στη θάλασσα.

Θυμάμαι πως όταν είδα το χωριό για πρώτη φορά στη ζωή μου, είχα πλαντάξει στο κλάμα. Μου έλειπαν τα αυτοκίνητα, ο κυρ Τάκης ο ψιλικατζής, η Κατίνα η διαχειρίστρια, ο Τηλέμαχος ο θυρωρός, το γκρι της πόλης, η Ζωή (η παλιά αγαπημένη μου που λέγαμε) και ο φίλος μου ο Γιάννης, που καθόμασταν μαζί στο σχολείο. Μέχρι τα 15 το σιχαινόμουν. Με τον καιρό, όμως, έμαθα να το αγαπάω, γιατί συνειδητοποίησα ότι ήμουν μάλλον προνομιούχος. Δεν είχαν πολλοί την πολυτέλεια του να δραπετεύουν προς έναν ωραίο τόπο με τα δάση και με τα τρεχούμενα νερά, με τα οξυγόνα του και με όλα τα άλλα τα κακά, που θα αποκαλύψω εν καιρώ.

Όλα αυτά τα σκεφτόμουν στη διαδρομή από την Αθήνα μέχρι εδώ. Τι ακριβώς θα αντιμετώπιζα; Θα την έβγαζα καθαρή στο χωριό; Ποιος νορμάλ 26άρης θα παρατούσε τη ζωή στην πόλη και θα την έκανε προς το χωριό; Δε θα βαριόμουν; Θα πιάναμε τα κανάλια; Θα είχα ADSL; Θα έβρισκα εδώ όσα δεν βρήκα στην πόλη; Ο χειμώνας θα ήταν βαρύς; Πώς να είναι οι άνθρωποι στο χωριό; Δεν τους είχα ζήσει τόσα χρόνια. Δεν ήξερα κανέναν-μόνο τον περιπτερά είχα γνωρίσει και τον κρεοπώλη. Η αλήθεια είναι ότι δεν είχα και κάτι καλύτερο να κάνω στην πόλη. Είπαμε: έπρεπε να κάνω μια νέα αρχή. Και, μακάρι να πήγαιναν όλα καλά.


Με λένε Νίκο και είμαι καλά. Μερικές φορές δεν είμαι και τόσο καλά. Αυτό οφείλεται εν μέρει και στο ότι ζω εδώ πέρα. Αυτό είναι το ιστολόγιο στο οποίο θα εξιστορήσω κάποια από όλα αυτά τα ευχάριστα και τα δυσάρεστα που έζησα και ζω εδώ στο χωριό