Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2007

Λοκάλ Ακομματίκ

Διακόπτω τη γραμμική αφήγηση της ιστορίας ερχόμενος στο παρόν, για να γράψω κάτι επίκαιρο λόγω εκλογών.

Από διηγήσεις μερικών μεγαλυτέρων, έμαθα τι συνέβη στις εκλογές του 1981 στο χωριό. Αυτό που συνέβη ήταν κάτι σαν τοπικός διχασμός. Στην κεντρική πλατεία είχαν ανοίξει εκλογικά κέντρα των δύο κομμάτων και γινόταν χαμός. Τα κομματικοποιημένα τραγούδια στη διαπασών, οι αντεγκλήσεις έδιναν και έπαιρναν, το χωριό είχε γεμίσει με προεκλογικές αφίσες, είχε μιλήσει και ο Ράλλης, λέει, ενώ οι κομματικές ομάδες σεργιάνιζαν τη νύχτα, γεμίζοντας τους τοίχους και με άλλες αφίσες και κατεβάζοντας αυτές των αντιπάλων κομμάτων, ενώ οι νεοδημοκράτες πετούσαν εκατοντάδες φείγ βολάν στις αυλές των σπιτιών των πασοκτζήδων και οι τελευταίοι έκαναν το ίδιο στα σπίτια των νεοδημοκρατών. Στο κεντρικό καφενείο έπεσε και ξύλο, όταν κάποιοι που πίστευαν στην έννοια της «αλλαγής», αποκάλεσαν κάποιους θαμώνες φασίστες. Όταν κέρδισε το Πασοκ, έγινε της μουρλής. Οι υποστηριχτές του Ανδρές ξεχύθηκαν στους δρόμους κρατώντας νταούλια, ζουρνάδες και τύμπανα, ενώ οι αντίστοιχοι του Ράλλη κρύφτηκαν σπίτι τους και βγήκαν από το σπίτι τους 3 μέρες μετά. Βέβαια, αυτοί που πίστεψαν στην «αλλαγή» απογοητεύτηκαν σχετικά γρήγορα, αν και εδώ που τα λέμε, κατάφεραν να αλλάξουν την οικονομική κατάσταση των παιδιών τους, αφού μέσω ρουσφετιών και κομματικών γλυψιμάτων, μπόρεσαν τελικά να διορίσουν τα παιδιά τους σε διάφορες δημόσιες υπήρεσίες: ο Σπύρος, ας πούμε, διόρισε την κόρη του στο Υπουργείο Παιδείας, ο Στάθης το γιο του στην Ολυμπιακή Αεροπορία και ο Γιώργος τον μονάκριβό του στα ελτά.

Τα χρόνια πέρασαν, η απογοήτευση διαπότισε το χωριό, με αποτέλεσμα και εδώ οι φετινές εκλογές να είναι βουβές. Τα μόνα γεγονότα που έσπασαν αυτή τη βουβαμάρα ήταν 2-3 ομιλίες υποψήφιων βουλευτών στα καφενεία. Πήγα και παρακολούθησα την ομιλία μίας υποψήφιας με το κόμμα της ΝΔ. Περνούσα τυχαία απ’έξω, είδα φως και μπήκα. Ήταν μία γνωστή βουλευτίνα. Γνωστή όχι επειδή έχει προσφέρει έργο, αλλά επειδή εμφανίζεται συχνα-πυκνα στα παράθυρα των καναλιών με τα καλύτερα ρούχα και με την πιο προσεγμένη κόμμωση. Μιλούσε και μιλούσε και δεν ήξερε τι ακριβώς έλεγε. Οι συγχωριανοί την χειροκροτούσαν κάθε φορά που ολοκλήρωνε τις προτάσεις της, με αποτέλσμα να δημιουργούνται χάσματα στην ομιλία της και όλα όσα έλεγε να μη βγάζουν κανένα νόημα. Αλλά σε τέτοιες περιπτώσεις σημασία δεν έχει το νόημα των λόγων, αλλά ο τρόπος με τον οποίο εκτοξεύονται τα λεχθέντα. Την κοιτούσα και γελούσα. Ήταν καλοντυμμένη και για άλλη μια φορά τα παπούτσια της ταίριαζαν με το κομψό ταγέρ της. Έδινε το σώου της και η ανταμοιβή που περίμενε ήταν ένα ζεστό χειροκρότημα. Στο τέλος απευθύνθηκε σε όσους ήθελαν να τη ρωτήσουν κάτι. Σήκωσα το χέρι, μού έδωσε το λόγο και τη ρώτησα: «Στηρίζετε την τοπική αγορά της πόλης; Από πού αγοράζετε αυτά τα κομψά ρούχα;». Οι παρευρισκόμενοι πάγωσαν, αυτή χαμογέλασε και δεν απάντησε. Ύστερα από λίγο έφυγε. Πέρασε δίπλα μου. Το άρωμά της το έχω ακόμη στα ρουθούνια μου. Πρέπει να ήταν βερσάτσε.

Ήταν το χάι λάιτ αυτής της σύντομης προεκλογικής περιόδου. Τίποτε άλλο δε συνέβη. Το μόνο που θυμίζει εκλογές είναι οι τηλεοπτικές εκπομπές που προτρέπουν τον κόσμο να πάει να ψηφίσει. Το μόνο που θυμίζει ότι το χωριό έζησε στιγμές ακραίας κομματικής πόλωσης πριν από 26 χρόνια είναι ένα παρατσούκλι που φέρει ακόμη η Ελένη, η οποία έβαζε στη διαπασών τους κομματικούς ύμνους του Πασοκ. Αν και η ίδια ψηφίζει σήμερα κουκουέ, όλοι την ξέρουν σαν το «λενιώ το πασοκάκι».

Τέλος πάντων, πάω να ψηφίσω. Δεν έχω αποφασίσει ακόμη πού θα τη ρίξω. Ίσως σύριζα, ίσως κουκουέ μου λου, ίσως φιλελεύθερη συμμαχία, δεν ξέρω ακόμη, θα δω.

Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2007

Η άφιξη

Φτάσαμε στο χωριό. Αν και ήταν καλοκαίρι, δεν κυκλοφορούσε ψυχή. Ήξερα ότι το χωριό μαζεύει πολλούς τουρίστες, όχι μόνο το καλοκαίρι, αλλά εκείνη τη μέρα τα μόνα έμβια όντα που είδα ήταν μία παρδαλή γάτα και έναν άσπρο μούργο που κοιμόταν του καλού καιρού. Ο ήχος της μηχανής του αυτοκινήτου τον ξύπνησε, αυτός σήκωσε λίγο το κεφάλι του, σαν να είχε ενοχληθεί κάπως και αμέσως ξαναξάπλωσε σαν να ήθελε να μας πει «Γιατί με ξυπνήσατε ρε καθάρματα; Αφήστε με να απολαύσω την καλοκαιρινή ραστώνη». Θυμήθηκα συνειρμικά ένα ποίημα του T.S Eliot ή του Πόε, δεν μπορώ να είμαι απόλυτα σίγουρος.

Και αμέσως μετά τη γιαγιά μου, τη μάνα του πατέρα μου. Είχα ξεχάσει ότι τα τελευταία χρόνια ζούσε στο εξοχικό μας. Από τότε που χήρεψε, είχε φύγει και αυτή από την πόλη και άλλαζε σπίτια. Αρχικά έμενε στα Τρίκαλα, στον άλλο της γιο, αργότερα στο Κιλκίς, στην κόρη της και κατέληξε οριστικά στο χωριό. Έλεγε ότι η ζωή στην πόλη την είχε κουράσει και ότι ήθελε να αποσυρθεί τα τελευταία χρόνια της ζωής της σε ένα μέρος που να είναι μέσα στη φύση. Και ήταν λογικό. Το χωριό ήταν μέσα στη φύση, με τα δέντρα του και με την ησυχία του. Εγώ όμως γιατί να αποσυρθώ στην πιο παραγωγική περίοδο της ζωής μου; Τέλος πάντων, το θέμα είναι ότι δε θα χρειαζόταν να μαγειρεύουμε, ούτε εγώ ούτε ο Σάββας. Ο πατέρας μου δεν ήξερε ούτε αβγό να βράσει και εγώ είχα χάσει οριστικά την ευκαιρία να μάθω την υψηλή τέχνη της μαγειρικής όταν ήμουν φοιτητής. Γιατί είτε έτρωγα στα Γκούντις και στα σουβλατζίδικα είτε μαγείρευε η Σούλα και η Κική, οι δύο, ας πούμε, πιο σοβαρές σχέσεις των φοιτητικών μου χρόνων.

Φτάσαμε στο σπίτι. Ο πατέρας κόρναρε, θέλοντας να δώσει το στίγμα της άφιξής μας. Η εξώπορτα άνοιξε και εμφανίστηκε η γιαγιά. Είχα καιρό να τη δω. Ίσως αν την έβλεπα στο δρόμο, τυχαία, ίσως και να μην τη γνώριζα. Εμφανώς αδυνατισμένη και με άσπρα μαλλιά. Την τελευταία φορά που την είδα είχε μαύρα μαλλιά και 15 κιλά παραπάνω. Αγκαλιαστήκαμε, μας καλωσόρισε, μιλήσαμε για τη διαδρομή, ήπιαμε λίγο νερό και άρχισε να μας λέει τα νέα της. Η αλήθεια είναι ότι είμαι και λίγο γαϊδούρι. Ούτε ένα τηλέφωνο δεν την είχα πάρει και, όπως ήταν αναμενόμενο, άρχισε τα παράπονα. Τα δέχτηκα, γιατί ήξερα ότι είχε δίκιο. Είχα ξεχάσει ότι καταγόταν από το χωριό και ότι μετά το κάψιμο του χωριού από τους Γερμανούς το ’43 είχαν φύγει οικογενειακώς και είχαν μετακομίσει στην Αθήνα. Η επιστροφή της στο χωριό ήταν, έλεγε, Θεού θέλημα. Σαν να διέγραφε η ζωή της τον τέλειο κύκλο. Όλα αυτά που έλεγε μου φάνηκαν λίγο μοιρολατρικά, είναι η αλήθεια, και τη μάλωνα διαρκώς, υπενθυμίζοντάς της ότι είναι ακόμη νέα. Δεν τα πίστευα απόλυτα αυτά που εκστόμιζα και ούτε αυτή τα πίστεψε, κάτι που φάνηκε από τον τρόπο που κουνούσε το κεφάλι της. Συγκαταβατικά ή ειρωνικά, δεν ξέρω.

Πάντως, ανάμεσα στα άλλα, η γιαγιά μου έδωσε πολλές πληροφορίες για το χωριό και τους κατοίκους του. Οι περισσότεροι ήταν αγρότες και έβγαζαν τα προς το ζην από την καλλιέργεια ελαιοδέντρων και αχλαδιών. Κάποιοι ασχολούνταν με τον τουρισμό. Το χωριό είναι κοσμοπολίτικο και με αρκετά αξιοθέατα, τηρουμένων των αναλογιών, έτσι; Δεν έχουμε Παρθενώνα, ας πούμε, αλλά ένα τοπικό μουσείο και μέρη για να χαλαρώσει κάποιος, έχουμε. Μου εξομολογήθηκε ότι δε βλέπει τηλεόραση (μόνο το «Έρωτας» στον αντ1), αλλά προτιμάει να κάνει παρέα με διάφορες γυναίκες του χωριού και συνηθίζεται να επισκέπτεται η μία την άλλη, συνήθως τα πρωϊνά, την ώρα δηλαδή που οι άντρες είναι στη δουλειά. Κάποιες είναι κουτσομπόλες, κάποιες όχι και τόσο. Τις αγαπάει όμως όλες. Οι περισσότερες μου είπε ότι κουτσομπολεύουν από καθαρή άμυνα. Δεν κατάλαβα αμέσως τι εννοούσε.

Αλλά ξαφνιάστηκα, όταν την επόμενη μέρα πήγα στο περίπτερο για να πάρω τσιγάρα και η περιπτερού με καλωσόρισε, αποκαλώντας με Νίκο. Τα νέα είχαν ταξιδέψει. Αργότερα θα μάθαινα ότι «ουδέν κρυπτό από τη Φώφη», την περιπτερού, η οποία ήταν κάτι σαν το Reuters και το CNN μαζί.