Διακόπτω τη γραμμική αφήγηση της ιστορίας ερχόμενος στο παρόν, για να γράψω κάτι επίκαιρο λόγω εκλογών.
Από διηγήσεις μερικών μεγαλυτέρων, έμαθα τι συνέβη στις εκλογές του 1981 στο χωριό. Αυτό που συνέβη ήταν κάτι σαν τοπικός διχασμός. Στην κεντρική πλατεία είχαν ανοίξει εκλογικά κέντρα των δύο κομμάτων και γινόταν χαμός. Τα κομματικοποιημένα τραγούδια στη διαπασών, οι αντεγκλήσεις έδιναν και έπαιρναν, το χωριό είχε γεμίσει με προεκλογικές αφίσες, είχε μιλήσει και ο Ράλλης, λέει, ενώ οι κομματικές ομάδες σεργιάνιζαν τη νύχτα, γεμίζοντας τους τοίχους και με άλλες αφίσες και κατεβάζοντας αυτές των αντιπάλων κομμάτων, ενώ οι νεοδημοκράτες πετούσαν εκατοντάδες φείγ βολάν στις αυλές των σπιτιών των πασοκτζήδων και οι τελευταίοι έκαναν το ίδιο στα σπίτια των νεοδημοκρατών. Στο κεντρικό καφενείο έπεσε και ξύλο, όταν κάποιοι που πίστευαν στην έννοια της «αλλαγής», αποκάλεσαν κάποιους θαμώνες φασίστες. Όταν κέρδισε το Πασοκ, έγινε της μουρλής. Οι υποστηριχτές του Ανδρές ξεχύθηκαν στους δρόμους κρατώντας νταούλια, ζουρνάδες και τύμπανα, ενώ οι αντίστοιχοι του Ράλλη κρύφτηκαν σπίτι τους και βγήκαν από το σπίτι τους 3 μέρες μετά. Βέβαια, αυτοί που πίστεψαν στην «αλλαγή» απογοητεύτηκαν σχετικά γρήγορα, αν και εδώ που τα λέμε, κατάφεραν να αλλάξουν την οικονομική κατάσταση των παιδιών τους, αφού μέσω ρουσφετιών και κομματικών γλυψιμάτων, μπόρεσαν τελικά να διορίσουν τα παιδιά τους σε διάφορες δημόσιες υπήρεσίες: ο Σπύρος, ας πούμε, διόρισε την κόρη του στο Υπουργείο Παιδείας, ο Στάθης το γιο του στην Ολυμπιακή Αεροπορία και ο Γιώργος τον μονάκριβό του στα ελτά.
Τα χρόνια πέρασαν, η απογοήτευση διαπότισε το χωριό, με αποτέλεσμα και εδώ οι φετινές εκλογές να είναι βουβές. Τα μόνα γεγονότα που έσπασαν αυτή τη βουβαμάρα ήταν 2-3 ομιλίες υποψήφιων βουλευτών στα καφενεία. Πήγα και παρακολούθησα την ομιλία μίας υποψήφιας με το κόμμα της ΝΔ. Περνούσα τυχαία απ’έξω, είδα φως και μπήκα. Ήταν μία γνωστή βουλευτίνα. Γνωστή όχι επειδή έχει προσφέρει έργο, αλλά επειδή εμφανίζεται συχνα-πυκνα στα παράθυρα των καναλιών με τα καλύτερα ρούχα και με την πιο προσεγμένη κόμμωση. Μιλούσε και μιλούσε και δεν ήξερε τι ακριβώς έλεγε. Οι συγχωριανοί την χειροκροτούσαν κάθε φορά που ολοκλήρωνε τις προτάσεις της, με αποτέλσμα να δημιουργούνται χάσματα στην ομιλία της και όλα όσα έλεγε να μη βγάζουν κανένα νόημα. Αλλά σε τέτοιες περιπτώσεις σημασία δεν έχει το νόημα των λόγων, αλλά ο τρόπος με τον οποίο εκτοξεύονται τα λεχθέντα. Την κοιτούσα και γελούσα. Ήταν καλοντυμμένη και για άλλη μια φορά τα παπούτσια της ταίριαζαν με το κομψό ταγέρ της. Έδινε το σώου της και η ανταμοιβή που περίμενε ήταν ένα ζεστό χειροκρότημα. Στο τέλος απευθύνθηκε σε όσους ήθελαν να τη ρωτήσουν κάτι. Σήκωσα το χέρι, μού έδωσε το λόγο και τη ρώτησα: «Στηρίζετε την τοπική αγορά της πόλης; Από πού αγοράζετε αυτά τα κομψά ρούχα;». Οι παρευρισκόμενοι πάγωσαν, αυτή χαμογέλασε και δεν απάντησε. Ύστερα από λίγο έφυγε. Πέρασε δίπλα μου. Το άρωμά της το έχω ακόμη στα ρουθούνια μου. Πρέπει να ήταν βερσάτσε.
Ήταν το χάι λάιτ αυτής της σύντομης προεκλογικής περιόδου. Τίποτε άλλο δε συνέβη. Το μόνο που θυμίζει εκλογές είναι οι τηλεοπτικές εκπομπές που προτρέπουν τον κόσμο να πάει να ψηφίσει. Το μόνο που θυμίζει ότι το χωριό έζησε στιγμές ακραίας κομματικής πόλωσης πριν από 26 χρόνια είναι ένα παρατσούκλι που φέρει ακόμη η Ελένη, η οποία έβαζε στη διαπασών τους κομματικούς ύμνους του Πασοκ. Αν και η ίδια ψηφίζει σήμερα κουκουέ, όλοι την ξέρουν σαν το «λενιώ το πασοκάκι».
Τέλος πάντων, πάω να ψηφίσω. Δεν έχω αποφασίσει ακόμη πού θα τη ρίξω. Ίσως σύριζα, ίσως κουκουέ μου λου, ίσως φιλελεύθερη συμμαχία, δεν ξέρω ακόμη, θα δω.
Από διηγήσεις μερικών μεγαλυτέρων, έμαθα τι συνέβη στις εκλογές του 1981 στο χωριό. Αυτό που συνέβη ήταν κάτι σαν τοπικός διχασμός. Στην κεντρική πλατεία είχαν ανοίξει εκλογικά κέντρα των δύο κομμάτων και γινόταν χαμός. Τα κομματικοποιημένα τραγούδια στη διαπασών, οι αντεγκλήσεις έδιναν και έπαιρναν, το χωριό είχε γεμίσει με προεκλογικές αφίσες, είχε μιλήσει και ο Ράλλης, λέει, ενώ οι κομματικές ομάδες σεργιάνιζαν τη νύχτα, γεμίζοντας τους τοίχους και με άλλες αφίσες και κατεβάζοντας αυτές των αντιπάλων κομμάτων, ενώ οι νεοδημοκράτες πετούσαν εκατοντάδες φείγ βολάν στις αυλές των σπιτιών των πασοκτζήδων και οι τελευταίοι έκαναν το ίδιο στα σπίτια των νεοδημοκρατών. Στο κεντρικό καφενείο έπεσε και ξύλο, όταν κάποιοι που πίστευαν στην έννοια της «αλλαγής», αποκάλεσαν κάποιους θαμώνες φασίστες. Όταν κέρδισε το Πασοκ, έγινε της μουρλής. Οι υποστηριχτές του Ανδρές ξεχύθηκαν στους δρόμους κρατώντας νταούλια, ζουρνάδες και τύμπανα, ενώ οι αντίστοιχοι του Ράλλη κρύφτηκαν σπίτι τους και βγήκαν από το σπίτι τους 3 μέρες μετά. Βέβαια, αυτοί που πίστεψαν στην «αλλαγή» απογοητεύτηκαν σχετικά γρήγορα, αν και εδώ που τα λέμε, κατάφεραν να αλλάξουν την οικονομική κατάσταση των παιδιών τους, αφού μέσω ρουσφετιών και κομματικών γλυψιμάτων, μπόρεσαν τελικά να διορίσουν τα παιδιά τους σε διάφορες δημόσιες υπήρεσίες: ο Σπύρος, ας πούμε, διόρισε την κόρη του στο Υπουργείο Παιδείας, ο Στάθης το γιο του στην Ολυμπιακή Αεροπορία και ο Γιώργος τον μονάκριβό του στα ελτά.
Τα χρόνια πέρασαν, η απογοήτευση διαπότισε το χωριό, με αποτέλεσμα και εδώ οι φετινές εκλογές να είναι βουβές. Τα μόνα γεγονότα που έσπασαν αυτή τη βουβαμάρα ήταν 2-3 ομιλίες υποψήφιων βουλευτών στα καφενεία. Πήγα και παρακολούθησα την ομιλία μίας υποψήφιας με το κόμμα της ΝΔ. Περνούσα τυχαία απ’έξω, είδα φως και μπήκα. Ήταν μία γνωστή βουλευτίνα. Γνωστή όχι επειδή έχει προσφέρει έργο, αλλά επειδή εμφανίζεται συχνα-πυκνα στα παράθυρα των καναλιών με τα καλύτερα ρούχα και με την πιο προσεγμένη κόμμωση. Μιλούσε και μιλούσε και δεν ήξερε τι ακριβώς έλεγε. Οι συγχωριανοί την χειροκροτούσαν κάθε φορά που ολοκλήρωνε τις προτάσεις της, με αποτέλσμα να δημιουργούνται χάσματα στην ομιλία της και όλα όσα έλεγε να μη βγάζουν κανένα νόημα. Αλλά σε τέτοιες περιπτώσεις σημασία δεν έχει το νόημα των λόγων, αλλά ο τρόπος με τον οποίο εκτοξεύονται τα λεχθέντα. Την κοιτούσα και γελούσα. Ήταν καλοντυμμένη και για άλλη μια φορά τα παπούτσια της ταίριαζαν με το κομψό ταγέρ της. Έδινε το σώου της και η ανταμοιβή που περίμενε ήταν ένα ζεστό χειροκρότημα. Στο τέλος απευθύνθηκε σε όσους ήθελαν να τη ρωτήσουν κάτι. Σήκωσα το χέρι, μού έδωσε το λόγο και τη ρώτησα: «Στηρίζετε την τοπική αγορά της πόλης; Από πού αγοράζετε αυτά τα κομψά ρούχα;». Οι παρευρισκόμενοι πάγωσαν, αυτή χαμογέλασε και δεν απάντησε. Ύστερα από λίγο έφυγε. Πέρασε δίπλα μου. Το άρωμά της το έχω ακόμη στα ρουθούνια μου. Πρέπει να ήταν βερσάτσε.
Ήταν το χάι λάιτ αυτής της σύντομης προεκλογικής περιόδου. Τίποτε άλλο δε συνέβη. Το μόνο που θυμίζει εκλογές είναι οι τηλεοπτικές εκπομπές που προτρέπουν τον κόσμο να πάει να ψηφίσει. Το μόνο που θυμίζει ότι το χωριό έζησε στιγμές ακραίας κομματικής πόλωσης πριν από 26 χρόνια είναι ένα παρατσούκλι που φέρει ακόμη η Ελένη, η οποία έβαζε στη διαπασών τους κομματικούς ύμνους του Πασοκ. Αν και η ίδια ψηφίζει σήμερα κουκουέ, όλοι την ξέρουν σαν το «λενιώ το πασοκάκι».
Τέλος πάντων, πάω να ψηφίσω. Δεν έχω αποφασίσει ακόμη πού θα τη ρίξω. Ίσως σύριζα, ίσως κουκουέ μου λου, ίσως φιλελεύθερη συμμαχία, δεν ξέρω ακόμη, θα δω.