Φτάσαμε στο χωριό. Αν και ήταν καλοκαίρι, δεν κυκλοφορούσε ψυχή. Ήξερα ότι το χωριό μαζεύει πολλούς τουρίστες, όχι μόνο το καλοκαίρι, αλλά εκείνη τη μέρα τα μόνα έμβια όντα που είδα ήταν μία παρδαλή γάτα και έναν άσπρο μούργο που κοιμόταν του καλού καιρού. Ο ήχος της μηχανής του αυτοκινήτου τον ξύπνησε, αυτός σήκωσε λίγο το κεφάλι του, σαν να είχε ενοχληθεί κάπως και αμέσως ξαναξάπλωσε σαν να ήθελε να μας πει «Γιατί με ξυπνήσατε ρε καθάρματα; Αφήστε με να απολαύσω την καλοκαιρινή ραστώνη». Θυμήθηκα συνειρμικά ένα ποίημα του T.S Eliot ή του Πόε, δεν μπορώ να είμαι απόλυτα σίγουρος.
Και αμέσως μετά τη γιαγιά μου, τη μάνα του πατέρα μου. Είχα ξεχάσει ότι τα τελευταία χρόνια ζούσε στο εξοχικό μας. Από τότε που χήρεψε, είχε φύγει και αυτή από την πόλη και άλλαζε σπίτια. Αρχικά έμενε στα Τρίκαλα, στον άλλο της γιο, αργότερα στο Κιλκίς, στην κόρη της και κατέληξε οριστικά στο χωριό. Έλεγε ότι η ζωή στην πόλη την είχε κουράσει και ότι ήθελε να αποσυρθεί τα τελευταία χρόνια της ζωής της σε ένα μέρος που να είναι μέσα στη φύση. Και ήταν λογικό. Το χωριό ήταν μέσα στη φύση, με τα δέντρα του και με την ησυχία του. Εγώ όμως γιατί να αποσυρθώ στην πιο παραγωγική περίοδο της ζωής μου; Τέλος πάντων, το θέμα είναι ότι δε θα χρειαζόταν να μαγειρεύουμε, ούτε εγώ ούτε ο Σάββας. Ο πατέρας μου δεν ήξερε ούτε αβγό να βράσει και εγώ είχα χάσει οριστικά την ευκαιρία να μάθω την υψηλή τέχνη της μαγειρικής όταν ήμουν φοιτητής. Γιατί είτε έτρωγα στα Γκούντις και στα σουβλατζίδικα είτε μαγείρευε η Σούλα και η Κική, οι δύο, ας πούμε, πιο σοβαρές σχέσεις των φοιτητικών μου χρόνων.
Φτάσαμε στο σπίτι. Ο πατέρας κόρναρε, θέλοντας να δώσει το στίγμα της άφιξής μας. Η εξώπορτα άνοιξε και εμφανίστηκε η γιαγιά. Είχα καιρό να τη δω. Ίσως αν την έβλεπα στο δρόμο, τυχαία, ίσως και να μην τη γνώριζα. Εμφανώς αδυνατισμένη και με άσπρα μαλλιά. Την τελευταία φορά που την είδα είχε μαύρα μαλλιά και 15 κιλά παραπάνω. Αγκαλιαστήκαμε, μας καλωσόρισε, μιλήσαμε για τη διαδρομή, ήπιαμε λίγο νερό και άρχισε να μας λέει τα νέα της. Η αλήθεια είναι ότι είμαι και λίγο γαϊδούρι. Ούτε ένα τηλέφωνο δεν την είχα πάρει και, όπως ήταν αναμενόμενο, άρχισε τα παράπονα. Τα δέχτηκα, γιατί ήξερα ότι είχε δίκιο. Είχα ξεχάσει ότι καταγόταν από το χωριό και ότι μετά το κάψιμο του χωριού από τους Γερμανούς το ’43 είχαν φύγει οικογενειακώς και είχαν μετακομίσει στην Αθήνα. Η επιστροφή της στο χωριό ήταν, έλεγε, Θεού θέλημα. Σαν να διέγραφε η ζωή της τον τέλειο κύκλο. Όλα αυτά που έλεγε μου φάνηκαν λίγο μοιρολατρικά, είναι η αλήθεια, και τη μάλωνα διαρκώς, υπενθυμίζοντάς της ότι είναι ακόμη νέα. Δεν τα πίστευα απόλυτα αυτά που εκστόμιζα και ούτε αυτή τα πίστεψε, κάτι που φάνηκε από τον τρόπο που κουνούσε το κεφάλι της. Συγκαταβατικά ή ειρωνικά, δεν ξέρω.
Πάντως, ανάμεσα στα άλλα, η γιαγιά μου έδωσε πολλές πληροφορίες για το χωριό και τους κατοίκους του. Οι περισσότεροι ήταν αγρότες και έβγαζαν τα προς το ζην από την καλλιέργεια ελαιοδέντρων και αχλαδιών. Κάποιοι ασχολούνταν με τον τουρισμό. Το χωριό είναι κοσμοπολίτικο και με αρκετά αξιοθέατα, τηρουμένων των αναλογιών, έτσι; Δεν έχουμε Παρθενώνα, ας πούμε, αλλά ένα τοπικό μουσείο και μέρη για να χαλαρώσει κάποιος, έχουμε. Μου εξομολογήθηκε ότι δε βλέπει τηλεόραση (μόνο το «Έρωτας» στον αντ1), αλλά προτιμάει να κάνει παρέα με διάφορες γυναίκες του χωριού και συνηθίζεται να επισκέπτεται η μία την άλλη, συνήθως τα πρωϊνά, την ώρα δηλαδή που οι άντρες είναι στη δουλειά. Κάποιες είναι κουτσομπόλες, κάποιες όχι και τόσο. Τις αγαπάει όμως όλες. Οι περισσότερες μου είπε ότι κουτσομπολεύουν από καθαρή άμυνα. Δεν κατάλαβα αμέσως τι εννοούσε.
Αλλά ξαφνιάστηκα, όταν την επόμενη μέρα πήγα στο περίπτερο για να πάρω τσιγάρα και η περιπτερού με καλωσόρισε, αποκαλώντας με Νίκο. Τα νέα είχαν ταξιδέψει. Αργότερα θα μάθαινα ότι «ουδέν κρυπτό από τη Φώφη», την περιπτερού, η οποία ήταν κάτι σαν το Reuters και το CNN μαζί.
Και αμέσως μετά τη γιαγιά μου, τη μάνα του πατέρα μου. Είχα ξεχάσει ότι τα τελευταία χρόνια ζούσε στο εξοχικό μας. Από τότε που χήρεψε, είχε φύγει και αυτή από την πόλη και άλλαζε σπίτια. Αρχικά έμενε στα Τρίκαλα, στον άλλο της γιο, αργότερα στο Κιλκίς, στην κόρη της και κατέληξε οριστικά στο χωριό. Έλεγε ότι η ζωή στην πόλη την είχε κουράσει και ότι ήθελε να αποσυρθεί τα τελευταία χρόνια της ζωής της σε ένα μέρος που να είναι μέσα στη φύση. Και ήταν λογικό. Το χωριό ήταν μέσα στη φύση, με τα δέντρα του και με την ησυχία του. Εγώ όμως γιατί να αποσυρθώ στην πιο παραγωγική περίοδο της ζωής μου; Τέλος πάντων, το θέμα είναι ότι δε θα χρειαζόταν να μαγειρεύουμε, ούτε εγώ ούτε ο Σάββας. Ο πατέρας μου δεν ήξερε ούτε αβγό να βράσει και εγώ είχα χάσει οριστικά την ευκαιρία να μάθω την υψηλή τέχνη της μαγειρικής όταν ήμουν φοιτητής. Γιατί είτε έτρωγα στα Γκούντις και στα σουβλατζίδικα είτε μαγείρευε η Σούλα και η Κική, οι δύο, ας πούμε, πιο σοβαρές σχέσεις των φοιτητικών μου χρόνων.
Φτάσαμε στο σπίτι. Ο πατέρας κόρναρε, θέλοντας να δώσει το στίγμα της άφιξής μας. Η εξώπορτα άνοιξε και εμφανίστηκε η γιαγιά. Είχα καιρό να τη δω. Ίσως αν την έβλεπα στο δρόμο, τυχαία, ίσως και να μην τη γνώριζα. Εμφανώς αδυνατισμένη και με άσπρα μαλλιά. Την τελευταία φορά που την είδα είχε μαύρα μαλλιά και 15 κιλά παραπάνω. Αγκαλιαστήκαμε, μας καλωσόρισε, μιλήσαμε για τη διαδρομή, ήπιαμε λίγο νερό και άρχισε να μας λέει τα νέα της. Η αλήθεια είναι ότι είμαι και λίγο γαϊδούρι. Ούτε ένα τηλέφωνο δεν την είχα πάρει και, όπως ήταν αναμενόμενο, άρχισε τα παράπονα. Τα δέχτηκα, γιατί ήξερα ότι είχε δίκιο. Είχα ξεχάσει ότι καταγόταν από το χωριό και ότι μετά το κάψιμο του χωριού από τους Γερμανούς το ’43 είχαν φύγει οικογενειακώς και είχαν μετακομίσει στην Αθήνα. Η επιστροφή της στο χωριό ήταν, έλεγε, Θεού θέλημα. Σαν να διέγραφε η ζωή της τον τέλειο κύκλο. Όλα αυτά που έλεγε μου φάνηκαν λίγο μοιρολατρικά, είναι η αλήθεια, και τη μάλωνα διαρκώς, υπενθυμίζοντάς της ότι είναι ακόμη νέα. Δεν τα πίστευα απόλυτα αυτά που εκστόμιζα και ούτε αυτή τα πίστεψε, κάτι που φάνηκε από τον τρόπο που κουνούσε το κεφάλι της. Συγκαταβατικά ή ειρωνικά, δεν ξέρω.
Πάντως, ανάμεσα στα άλλα, η γιαγιά μου έδωσε πολλές πληροφορίες για το χωριό και τους κατοίκους του. Οι περισσότεροι ήταν αγρότες και έβγαζαν τα προς το ζην από την καλλιέργεια ελαιοδέντρων και αχλαδιών. Κάποιοι ασχολούνταν με τον τουρισμό. Το χωριό είναι κοσμοπολίτικο και με αρκετά αξιοθέατα, τηρουμένων των αναλογιών, έτσι; Δεν έχουμε Παρθενώνα, ας πούμε, αλλά ένα τοπικό μουσείο και μέρη για να χαλαρώσει κάποιος, έχουμε. Μου εξομολογήθηκε ότι δε βλέπει τηλεόραση (μόνο το «Έρωτας» στον αντ1), αλλά προτιμάει να κάνει παρέα με διάφορες γυναίκες του χωριού και συνηθίζεται να επισκέπτεται η μία την άλλη, συνήθως τα πρωϊνά, την ώρα δηλαδή που οι άντρες είναι στη δουλειά. Κάποιες είναι κουτσομπόλες, κάποιες όχι και τόσο. Τις αγαπάει όμως όλες. Οι περισσότερες μου είπε ότι κουτσομπολεύουν από καθαρή άμυνα. Δεν κατάλαβα αμέσως τι εννοούσε.
Αλλά ξαφνιάστηκα, όταν την επόμενη μέρα πήγα στο περίπτερο για να πάρω τσιγάρα και η περιπτερού με καλωσόρισε, αποκαλώντας με Νίκο. Τα νέα είχαν ταξιδέψει. Αργότερα θα μάθαινα ότι «ουδέν κρυπτό από τη Φώφη», την περιπτερού, η οποία ήταν κάτι σαν το Reuters και το CNN μαζί.
4 σχόλια:
Γιά σου Νίκο. Καλό κουράγιο. Θα οργανωθείς. Θα τα λέμε.
Άντε, μια χαρά θα περάσεις στο χωριό.
Μην τρέχεις, όπως στην πόλη, μόνο.
Το Χόλυγουντ γυρίζει εδώ και ένα μήνα ταινία. Δουλεύει πολύς κόσμος. Δουλεύουν βάρκες, αυτοκίνητα , άνθρωποι και μέχρι γαϊδούρια τα έχουν νοικιάσει. Πληρώνουν καλά. Για τους κομπάρσους 100-120 ευρώ, για κάθε γάιδαρο 200 και άνθρωπο να τον έχει.
http://skopelos07.wordpress.com/
Η ιστοσελίδα της ταινίας
Δημοσίευση σχολίου